Παιδί- νοσοκομείο, δύο λέξεις που δεν συμβαδίζουν στα αυτιά και την καρδιά ενός γονιού. Δυστυχώς όμως, τα ατυχήματα ή οι ασθένειες είναι μέσα στη ζωή ακόμα και των παιδιών μας, κι όσο κι αν ευχόμαστε το αντίθετο, η εισαγωγή του παιδιού στο νοσοκομείο κρίνεται κάποιες φορές αναγκαία.

Ξαφνικά οι γονείς βρίσκονται μπροστά σε πληροφορίες καινούργιες, ιατρικές ορολογίες, μηχανήματα, εικόνες πρωτόγνωρες και τρομακτικές πολλές φορές. Το άγχος τους εκτοξεύεται στα ύψη, φοβούνται και τους κατακλύζουν σκέψεις και ανησυχίες. Αντίστοιχα, τα παιδιά βρίσκονται μέσα σε ένα κτίριο με κρεβάτια και ανθρώπους με άσπρες στολές, που μιλάνε με λέξεις, που δεν τις κατανοούν και συχνά κάνουν πράγματα άγνωστα και επίπονα για τα ίδια.

Για τα παιδιά που αναπτύσσονται και κάθε μέρα μαθαίνουν χιλιάδες καινούργια πράγματα, η λέξη «νοσοκομείο» δεν έχει την ίδια βαρύτητα ή τη σημασία που έχει για τους ενηλίκους. Τα παιδιά συνεχίζουν να παίζουν, να χαίρονται, να λυπούνται, να γκρινιάζουν, να απαιτούν τη φροντίδα μας και να μας φροντίζουν κατά κάποιον τρόπο. Επιπλέον, όλα τα βλέπουν μέσα από το πρίσμα των γονιών τους. Αν μας βλέπουν ήρεμους, θα είναι ήρεμα κι αυτά, γι’ αυτό είναι σημαντικό μετά το πρώτο σοκ, οι γονείς να μένουν ήρεμοι.  Αντίθετα αν μας βλέπουν αναστατωμένους, θα είναι αναστατωμένα, ενώ αν μας βλέπουν απρόθυμους να μοιραστούμε πληροφορίες μαζί τους, θα μας «προστατεύσουν» μη ρωτώντας και κρατώντας ερωτηματικά, που όμως θα συνεχίζουν να τα απασχολούν. Να θυμάστε ότι τα παιδιά, όσο μικρά κι αν είναι, αντιλαμβάνονται τα πάντα και τα «αποκρυπτογραφούν» σύμφωνα με το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκονται και όχι πάντα με το σωστό τρόπο.

Πολλές φορές, πληροφορίες που είναι ασήμαντες για τους ενήλικες, είναι ιδιαίτερης σημασίας για τα παιδιά. Ένας ενήλικας ξέρει π.χ. ότι το να σου μετράει κάποιος την πίεση είναι μια διαδικασία που δεν πονάει. Ένα παιδί όμως, φυσιολογικά, δεν έχει ξαναδεί στη ζωή του πιεσόμετρο, και η διαδικασία αυτή μπορεί να το αγχώσει υπερβολικά. Καλό θα ήταν να ακούμε τις ανησυχίες του παιδιού και να μην το απορρίπτουμε με εκφράσεις όπως: «μην κλαίς!», «αφού δεν πονάει», «πως κάνεις έτσι;» κ.λπ.

Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι τα παιδιά σε κάθε αναπτυξιακό στάδιο έχει άλλες δυνατότητες κατανόησης και άλλες ανάγκες και θα πρέπει να έχουν άλλη αντιμετώπιση από τους γονείς τους.

Τα βρέφη (0- 2 ετών) είναι σημαντικό να τα φροντίζουν οι γονείς τους κατά το δυνατόν, και να είναι κοντά τους ή να τα έχουν στην αγκαλιά, όταν οι νοσηλευτές κάνουν τη νοσηλεία, καθησυχάζοντάς τα, τραγουδώντας τους ή δίνοντάς τους το αγαπημένο τους κουκλάκι ή σεντονάκι.

Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας (2,5- 5 ετών) χαρακτηρίζονται από εγωκεντρισμό. Για οτιδήποτε συμβαίνει θεωρούν ότι είναι υπεύθυνα τα ίδια. Γι’ αυτό το λόγο οι γονείς θα χρειαστεί να επαναλαμβάνουν συνεχώς στο παιδί ότι δεν το τιμωρεί κάποιος για κάτι που έκανε, είπε ή σκέφτηκε. Και βέβαια δεν πρέπει να τα απειλούν π.χ. «αν δεν προσέχεις το εαυτό σου, θα σε πάω στο νοσοκομείο». Το νοσοκομείο είναι «σύμμαχος», είναι ένα μέρος που πάμε για να γίνουμε καλά, δεν είναι τιμωρία ή απειλή, κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να κατανοήσει το παιδί.

Επιπλέον, σε αυτές τις ηλικίες συχνά τα παιδιά αναπτύσσουν άγχη αποχωρισμού και φόβο για τον πόνο ή το σκοτάδι. Έτσι οι γονείς δε θα πρέπει να επικρίνουν το παιδί π.χ. επειδή κλαίει, ή να το απειλούν ότι αν δεν σταματήσει να κλαίει θα φύγουν από το δωμάτιο, αλλά να το ενθαρρύνουν την επόμενη φορά να δοκιμάσει να μην κλάψει.

Τέλος, θα ήταν καλύτερο αντί να λένε ότι δεν είναι τίποτα, ή ότι δεν θα πονέσει, να περιγράφουν τι θα συμβεί με απλές προτάσεις που θα καταλήγουν στην έκφραση: «…για να γίνεις καλά και να γυρίσουμε σπίτι μας».

Τα παιδιά σχολικής ηλικίας (6- 12 ετών) αντιλαμβάνονται πιο σύνθετες έννοιες σε μεγάλο βαθμό, όπως π.χ. την έννοια της ασθένειας ή και του θανάτου ακόμα. Η λογική σκέψη κάνει την εμφάνισή της και μαζί της πολλά ερωτηματικά. Θα ήταν καλό λοιπόν να ενημερώνουν οι ίδιοι οι γονείς το παιδί για την κατάστασή του και την πορεία της υγείας του, κάποια στιγμή που αυτό είναι ήρεμο σε ένα ήσυχο και οικείο περιβάλλον και μάλιστα αυτό να γίνει σε σύντομο χρονικό διάστημα από τη στιγμή της εισαγωγής ή της διάγνωσης, ώστε να μην προλάβει το παιδί να αναπτύξει τη φαντασία και τους φόβους του.

Επίσης, το να μιλάμε χαμηλόφωνα ή κρυφά με τους γιατρούς ή μεταξύ μας, μπορεί να δημιουργήσει ανασφάλεια και στρες στο παιδί. Θα χρειαστεί να είμαστε κατά το δυνατόν ειλικρινείς και ανοιχτοί να απαντήσουμε στις απορίες του παιδιού, όποιες κι αν είναι αυτές.

Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε τη δύναμη των κινήτρων. Οι γονείς πρέπει να κινητοποιούν το παιδί να λάβει μέρος στη νοσηλεία του, όχι δωροδοκώντας το με παιχνίδια και υποσχέσεις, όπως π.χ. «έλα, άσε τη νοσοκόμα να σου βάλει τον ορό κι εγώ θα σου πάρω παγωτό». Θα ήταν πιο βοηθητικό αν έλεγαν: «η νοσοκόμα τώρα θα σου βάλει τον ορό επειδή έτσι πρέπει να γίνει, ώστε να νιώσεις καλύτερα. Αν συνεργαστείς αυτό θα συμβεί πιο εύκολα και πιο γρήγορα, κι έτσι θα επιστέψουμε σύντομα σπίτι». Με αυτόν τον τρόπο το παιδί κατανοεί πως αφενός η θεραπεία είναι κάτι που πρέπει να γίνει, ώστε να αναρρώσει, και αφετέρου γίνεται συμμέτοχο στη θεραπεία του.

Είναι σημαντικό να το επαινούμε για την πράξη του, π.χ. «μπράβο που έμεινες ακίνητος, όταν η νοσοκόμα σου άλλαζε τη γάζα. Είσαι πολύ γενναίος» ή να το επιβραβεύουμε κατόπιν με κάποιο αυτοκόλλητο ή κάτι εντελώς συμβολικό. Και βέβαια μην ξεχνάτε να τονίζετε συχνά ότι σύντομα θα επιστρέψετε σπίτι.

Οι έφηβοι (13- 18 ετών) είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση επειδή είναι με το ένα πόδι στην παιδική και με το άλλο στην ενήλικη ζωή. Έχουν τις ανασφάλειες του παιδιού και το γνωστικό δυναμικό ενός ενήλικα. Ξέρουν πολύ καλά τι σημαίνει νοσοκομείο, ασθένεια και θάνατος. Γι’ αυτό δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η εφηβεία είναι μια ιδιαίτερη αναπτυξιακή περίοδος που περιλαμβάνει αλλαγές σε όλα τα επίπεδα, γνωστικό, συναισθηματικό και σωματικό, και η αναστάτωση μιας νοσηλείας έρχεται να προστεθεί στην ήδη υπάρχουσα εσωτερική και εξωτερική αναστάτωση που βιώνει ένας έφηβος.

Οι γονείς, θα χρειαστεί να είναι ανοιχτοί και δεκτικοί στα ξεσπάσματά του έφηβου και να ακούν τους προβληματισμούς ή τους φόβους του με κατανόηση, χωρίς να τον απορρίπτουν. Αντί να λένε: «έλα καλέ, έχεις γίνει ολόκληρος άντρας πια, είναι δυνατόν να φοβάσαι;», θα ήταν καλύτερο να αναγνωρίζουν το συναίσθημά του, να του επιτρέπουν να εκφράσει αυτό που σκέφτεται ή αισθάνεται και βέβαια, να τον πληροφορούν ακόμα και για τα αυτονόητα, π.χ.: «καταλαβαίνω ότι οι βελόνες σε τρομοκρατούν, είναι φυσιολογικό, αυτό όμως είναι κάτι που πρέπει να γίνει για να ξέρουμε ποιο φάρμακο να σου δώσουμε, ώστε να σταματήσεις να πονάς», με απλά λόγια, σαν να μιλάνε σε έναν ενήλικο, χωρίς να «μπεμπεκίζουν».

Σκεφτείτε ότι στον καθένα, που θα τύχει να νοσηλευτεί, ανεξαρτήτως ηλικίας, κλονίζεται το αίσθημα της ασφάλειάς του. Στον έφηβο συχνά απειλείται εκτός από την υγεία του, και η εξωτερική του εμφάνιση, την οποία, κάνει αγώνα να την αποδεχτεί με τις αλλαγές που υφίσταται, ούτως ή άλλως, αυτή την περίοδο. Στο νοσοκομείο καλείται να αποδεχτεί εκ νέου μια πιο αλλοιωμένη εικόνα εαυτού που απέχει κατά πολύ από την «ιδανική». Επιπλέον, μια νοσηλεία απειλεί και την ανάγκη του εφήβου για ανεξαρτητοποίηση από τους γονείς και αυτοδιαχείριση. Θα ήταν καλό λοιπόν, να αποδεχόμαστε την ανάγκη του να μείνει μόνος στο δωμάτιο, να τον σεβόμαστε και να απομακρυνόμαστε π.χ. όταν ο γιατρός του ζητά να βγάλει τα ρούχα του, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι έφηβοι έχουν υψηλό το αίσθημα της ντροπής και είναι πιθανό να νιώσουν άβολα με την παρουσία μας στο δωμάτιο την ώρα της επίσκεψης των γιατρών.

Για τους εφήβους είναι σημαντικό, κατά το δυνατόν, να παίρνουν, ή να αισθάνονται ότι παίρνουν, μέρος στη λήψη αποφάσεων και να μην τους αφήνουμε αμέτοχους στη διαδικασία της νοσηλείας τους, γιατί κάτι τέτοιο θα τους δημιουργούσε πρόσθετο άγχος. Επιπλέον, οι γονείς θα πρέπει να καθησυχάζουν τον έφηβο, να τον ενθαρρύνουν να κρατήσει επικοινωνία με την παρέα του και τους συμμαθητές του και να επιτρέπουν κατά το δυνατόν τις επισκέψεις αυτών στο νοσοκομείο.

Μεγάλη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στο παιδί (ή τον έφηβο), όταν αυτό δέχεται παθητικά τα πάντα, όταν παρουσιάζει μειωμένη όρεξη και πεσμένη διάθεση, όταν αποσύρεται συχνά, και φαίνεται λιγομίλητο ή αποτραβηγμένο και οι γονείς να απευθύνονται άμεσα στο προσωπικό του νοσοκομείου, ώστε να σας φέρουν σε επαφή με έναν ειδικό ψυχικής υγείας.

Να θυμάστε ότι απώτερος στόχος είναι το παιδί να γίνει καλά και να επιστρέψει στη φυσιολογική του ζωή σύντομα και ομαλά. Για να συμβεί αυτό θα χρειαστεί να παραμείνετε οι γονείς του, να το φροντίσετε, αλλά και να συνεχίσετε να του θέτετε όρια και να το καθοδηγείτε. Να είστε σίγουροι πως αν αρχίσετε να του κάνετε όλα τα χατίρια και να του αγοράζετε καθημερινά καινούργια παιχνίδια, θα έχετε πάρει ένα δρόμο χωρίς γυρισμό, ένα δρόμο που δεν θα είναι βοηθητικός ούτε για το παιδί, ούτε για εσάς.

Σε γενικές γραμμές, ενθαρρύνοντας το παιδί (ή τον έφηβο) να εκφράσει τα συναισθήματά και τους φόβους του, όντας δίπλα του, παρηγορώντας το, χωρίς όμως να το κανακεύουμε ή να το λυπούμαστε και κατανοώντας τις ιδιαίτερες ανάγκες του σε κάθε αναπτυξιακό στάδιο, μια νοσηλεία στο νοσοκομείο μπορεί να έχει θετική επιρροή στη μετέπειτα ζωή του. Ένα παιδί που έχει αντιμετωπιστεί από τους γονείς του με εμπιστοσύνη, κατανόηση και υποστήριξη, χωρίς υπερβολές, ωριμάζει και μαθαίνει να χειρίζεται και να επεξεργάζεται καλύτερα και λειτουργικότερα τις καταστάσεις και τα συναισθήματά του. Αλλάζει η νοοτροπία του και ο τρόπος που αντιμετωπίζει τις προκλήσεις του μέλλοντος, ενδυναμώνει και εξελίσσεται αρκεί μόνο  να είμαστε οδηγοί και συνοδοιπόροι του.

http://face2face.gr/το-παιδί-μου-στο-νοσοκομείο

FacebookGoogle+EmailTwitter

Comments closed.